Ποιος δεν είχε ακούσει το όνομα του γιατρού Αλέξανδρου Καλυβόπουλου στο Αργυροκάστρου; Για δεκαετίες ολόκληρες υπήρξε συνώνυμο της ελπίδας, της αυταπάρνησης και της σωτηρίας. Χιλιάδες παιδιά, γυναίκες και άνδρες γλίτωσαν από τα νύχια του θανάτου χάρη στη γνώση και την αφοσίωσή του. Ο λόγος του ήταν βάλσαμο, συχνά πιο θεραπευτικός κι από τα φάρμακα που συνταγογραφούσε. Πενήντα χρόνια με τη λευκή μπλούζα, ο Καλυβόπουλος είχε ήδη μετατραπεί εν ζωή σε θρύλο.
Γεννημένος στη Δρόπολη, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές και αναγορεύτηκε διδάκτορας. Παρά τις δελεαστικές προτάσεις να παραμείνει στην Αθήνα ή να εργαστεί σε ευρωπαϊκές πόλεις, επέλεξε να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Εκεί, στο Αργυρόκαστρο και στα χωριά της μειονότητας, υπηρέτησε επί μισό αιώνα με υποδειγματική αφοσίωση, θεραπεύοντας χιλιάδες ανθρώπους χωρίς διακρίσεις.
Τον Ιούνιο του 1959 το έργο του έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Αλβανία και πέρα από τα σύνορά της. Το Κινηματογραφικό Στούντιο «Νέα Αλβανία» γύρισε ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή και την προσφορά του, ενώ η εφημερίδα «Φωνή του Λαού» δημοσίευσε ειδικό αφιέρωμα. Το Λαϊκό Κοινοβούλιο τον τίμησε για τα 50 χρόνια υπηρεσίας του στην Ιατρική. Συγκινημένος, ο 75χρονος τότε γιατρός δήλωσε: «Θα συνεχίσω να εργάζομαι με όλες μου τις δυνάμεις, όσο χτυπά η καρδιά μου».
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 3 Ιουλίου 1960, η ίδια αυτή καρδιά δοκιμάστηκε σκληρά. Ο Αλέξανδρος Καλυβόπουλος συνελήφθη, του πέρασαν χειροπέδες στα γερασμένα χέρια που είχαν εξετάσει αμέτρητους ασθενείς, και οδηγήθηκε στις φυλακές των Τιράνων. Κατηγορήθηκε ως «εχθρός του καθεστώτος» και «κατάσκοπος», χωρίς αποδείξεις. Το σπίτι του λεηλατήθηκε, η οικογένειά του τρομοκρατήθηκε, η περιουσία του κατασχέθηκε. Ακολούθησαν δύο χρόνια ανακρίσεων, απομόνωσης και βασανιστηρίων.
Παρά την ηλικία και τα μαρτύρια, ο γιατρός παρέμεινε όρθιος ηθικά. Με νηφαλιότητα και λογική ρωτούσε τους ανακριτές: «Πού είναι τα στοιχεία; Πώς είναι δυνατόν να στραφώ εναντίον των παιδιών μου;». Δεν εισακούστηκε. Καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλάκιση και μεταφέρθηκε στο διαβόητο κάτεργο στο Μπουρέλι.
Εκεί, οι συγκρατούμενοι τον υποδέχθηκαν σαν τον Ασκληπιό. Για δύο χρόνια στάθηκε πατέρας και γιατρός τους, μέχρι που η υγεία του κατέρρευσε. Εξαντλημένος, στηριζόταν στα μπράτσα των συντρόφων του για να περπατήσει στους σκοτεινούς διαδρόμους της φυλακής. Κι όμως, δεν έπαψε να δίνει συμβουλές, να ανάβει μια σπίθα ελπίδας στις ψυχές των βασανισμένων.
Η τελευταία του πράξη ήταν και η πιο συγκλονιστική: κήρυξε απεργία πείνας. Με το σώμα του ως όπλο, θέλησε να δώσει το ύστατο χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς. Δώδεκα ημέρες άντεξε χωρίς τροφή. Την 13η ημέρα η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά στο κελί αριθμός 10 των φυλακών του Μπουρέλι.
Οι συγκρατούμενοι του έκλεισαν τα μάτια, τον έντυσαν με καθαρά ρούχα και κράτησαν ενός λεπτού σιγή. Τάφηκε στη θέση «Η Κερασιά», μαζί με εκατοντάδες άλλους ανώνυμους μάρτυρες, χωρίς ποτέ να βρεθούν τα οστά του.
Ο Αλέξανδρος Καλυβόπουλος δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος γιατρός. Υπήρξε σύμβολο ανθρωπιάς, αξιοπρέπειας και αντίστασης. Ένας άνθρωπος που, ακόμα και φυλακισμένος, συνέχισε να θεραπεύει — όχι μόνο σώματα, αλλά και συνειδήσεις.
Γεννημένος στη Δρόπολη, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές και αναγορεύτηκε διδάκτορας. Παρά τις δελεαστικές προτάσεις να παραμείνει στην Αθήνα ή να εργαστεί σε ευρωπαϊκές πόλεις, επέλεξε να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Εκεί, στο Αργυρόκαστρο και στα χωριά της μειονότητας, υπηρέτησε επί μισό αιώνα με υποδειγματική αφοσίωση, θεραπεύοντας χιλιάδες ανθρώπους χωρίς διακρίσεις.
Τον Ιούνιο του 1959 το έργο του έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Αλβανία και πέρα από τα σύνορά της. Το Κινηματογραφικό Στούντιο «Νέα Αλβανία» γύρισε ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή και την προσφορά του, ενώ η εφημερίδα «Φωνή του Λαού» δημοσίευσε ειδικό αφιέρωμα. Το Λαϊκό Κοινοβούλιο τον τίμησε για τα 50 χρόνια υπηρεσίας του στην Ιατρική. Συγκινημένος, ο 75χρονος τότε γιατρός δήλωσε: «Θα συνεχίσω να εργάζομαι με όλες μου τις δυνάμεις, όσο χτυπά η καρδιά μου».
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 3 Ιουλίου 1960, η ίδια αυτή καρδιά δοκιμάστηκε σκληρά. Ο Αλέξανδρος Καλυβόπουλος συνελήφθη, του πέρασαν χειροπέδες στα γερασμένα χέρια που είχαν εξετάσει αμέτρητους ασθενείς, και οδηγήθηκε στις φυλακές των Τιράνων. Κατηγορήθηκε ως «εχθρός του καθεστώτος» και «κατάσκοπος», χωρίς αποδείξεις. Το σπίτι του λεηλατήθηκε, η οικογένειά του τρομοκρατήθηκε, η περιουσία του κατασχέθηκε. Ακολούθησαν δύο χρόνια ανακρίσεων, απομόνωσης και βασανιστηρίων.
Παρά την ηλικία και τα μαρτύρια, ο γιατρός παρέμεινε όρθιος ηθικά. Με νηφαλιότητα και λογική ρωτούσε τους ανακριτές: «Πού είναι τα στοιχεία; Πώς είναι δυνατόν να στραφώ εναντίον των παιδιών μου;». Δεν εισακούστηκε. Καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλάκιση και μεταφέρθηκε στο διαβόητο κάτεργο στο Μπουρέλι.
Εκεί, οι συγκρατούμενοι τον υποδέχθηκαν σαν τον Ασκληπιό. Για δύο χρόνια στάθηκε πατέρας και γιατρός τους, μέχρι που η υγεία του κατέρρευσε. Εξαντλημένος, στηριζόταν στα μπράτσα των συντρόφων του για να περπατήσει στους σκοτεινούς διαδρόμους της φυλακής. Κι όμως, δεν έπαψε να δίνει συμβουλές, να ανάβει μια σπίθα ελπίδας στις ψυχές των βασανισμένων.
Η τελευταία του πράξη ήταν και η πιο συγκλονιστική: κήρυξε απεργία πείνας. Με το σώμα του ως όπλο, θέλησε να δώσει το ύστατο χτύπημα στο δικτατορικό καθεστώς. Δώδεκα ημέρες άντεξε χωρίς τροφή. Την 13η ημέρα η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά στο κελί αριθμός 10 των φυλακών του Μπουρέλι.
Οι συγκρατούμενοι του έκλεισαν τα μάτια, τον έντυσαν με καθαρά ρούχα και κράτησαν ενός λεπτού σιγή. Τάφηκε στη θέση «Η Κερασιά», μαζί με εκατοντάδες άλλους ανώνυμους μάρτυρες, χωρίς ποτέ να βρεθούν τα οστά του.
Ο Αλέξανδρος Καλυβόπουλος δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος γιατρός. Υπήρξε σύμβολο ανθρωπιάς, αξιοπρέπειας και αντίστασης. Ένας άνθρωπος που, ακόμα και φυλακισμένος, συνέχισε να θεραπεύει — όχι μόνο σώματα, αλλά και συνειδήσεις.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών